συνθηματίζω

συνθηματίζω
Μ [σύνθημα, -ατος]
1. δίνω το σύνθημα για να αρχίσει κάτι («αἱ βρονταὶ εἶεν ἂν κατὰ σάλπιγγας μάχην συνθηματιζούσας», Ευστ.)
2. μέσ. συνθηματίζομαι
συμφωνώ για κάτι, το ορίζω («παιδιᾱς ἡμέραν συνθηματίζεται δι' ἀσιδήρων δορατισμῶν», Νικ. Χων.).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • συνθηματίζον — συνθηματίζω give signal for pres part act masc voc sg συνθηματίζω give signal for pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνθηματίζεται — συνθηματίζω give signal for pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνθηματιζούσας — συνθηματιζούσᾱς , συνθηματίζω give signal for pres part act fem acc pl (attic epic doric ionic) συνθηματιζούσᾱς , συνθηματίζω give signal for pres part act fem gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”